Σε μια περίοδο όπου η ακρίβεια και η διαφάνεια στα τρόφιμα βρίσκονται στο επίκεντρο, όλο και περισσότεροι καταναλωτές αναρωτιούνται: είναι τελικά οι πατάτες που αγοράζουμε ελληνικές ή εισαγόμενες;
Του Κωνσταντίνου Κατραντζή
Το ερώτημα δεν είναι απλό, καθώς η αγορά συχνά «θολώνει τα νερά», ειδικά όταν πρόκειται για χύμα προϊόντα χωρίς σαφή σήμανση.
Η χώρα προέλευσης δεν αφορά μόνο την ποιότητα, αλλά και την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής. Οι ελληνικές πατάτες, από περιοχές όπως το Νευροκόπι, η Μεσσηνία και η Θήβα, θεωρούνται από τις πιο ποιοτικές, με ιδιαίτερα γευστικά χαρακτηριστικά. Από την άλλη πλευρά, οι εισαγόμενες – κυρίως από την Αίγυπτο τους πρώτους μήνες του έτους – καλύπτουν τη ζήτηση- λόγο χαμηλότερης τιμής και όχι μη επάρκειας.
Παρότι η ετικέτα αποτελεί το πιο αξιόπιστο στοιχείο, δεν είναι πάντα διαθέσιμη, ειδικά στις λαϊκές αγορές. Εκεί, οι καταναλωτές καλούνται να βασιστούν στην εμπειρία και την παρατηρητικότητά τους.
Οι ελληνικές πατάτες εμφανίζουν συχνά πιο ακανόνιστο σχήμα, ελαφρώς τραχιά φλούδα και σε αρκετές περιπτώσεις ίχνη χώματος. Αντίθετα, οι εισαγόμενες πατάτες – και ιδιαίτερα αυτές από την Αίγυπτο – είναι συνήθως πιο ομοιόμορφες, καθαρές και με λεία επιφάνεια, κάτι που οφείλεται και στη διαδικασία επεξεργασίας και μεταφοράς.

Η εποχή αγοράς αποτελεί καθοριστικό παράγοντα. Κατά τους μήνες Ιανουάριο έως Μάρτιο, η πλειονότητα των πατατών στην αγορά είναι εισαγόμενη, με την Αίγυπτο να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο. Από την άνοιξη και μετά, κάνουν την εμφάνισή τους οι πρώιμες ελληνικές πατάτες, ενώ το καλοκαίρι και το φθινόπωρο κυριαρχεί σχεδόν αποκλειστικά η εγχώρια παραγωγή.
Η διαφορά εντοπίζεται συχνά και στο μαγείρεμα. Οι ελληνικές πατάτες τείνουν να έχουν πιο «γεμάτη» γεύση και καλύτερη συμπεριφορά στο τηγάνισμα, ενώ οι εισαγόμενες μπορεί να περιέχουν περισσότερη υγρασία και να μαλακώνουν πιο εύκολα.
Παρά τη νομοθεσία που επιβάλλει την αναγραφή της χώρας προέλευσης, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου οι πληροφορίες απουσιάζουν ή – στη χειρότερη περίπτωση – είναι παραπλανητικές. Αυτό δημιουργεί εύλογες ανησυχίες στους καταναλωτές, αλλά και αθέμιτο ανταγωνισμό για τους Έλληνες παραγωγούς.
Οι ειδικοί προτείνουν να προτιμάται η αγορά από αξιόπιστα σημεία πώλησης, να ζητείται πάντα πληροφορία για την προέλευση και να επιλέγονται, όπου είναι δυνατόν, προϊόντα με σαφή σήμανση.
Η διάκριση μεταξύ ελληνικής και εισαγόμενης πατάτας δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση. Ωστόσο, με λίγη προσοχή στην εμφάνιση, την εποχή και – κυρίως – στη σήμανση, ο καταναλωτής μπορεί να κάνει πιο συνειδητές επιλογές. Σε κάθε περίπτωση, η διαφάνεια στην αγορά παραμένει ζητούμενο, με την ευθύνη να βαραίνει τόσο τους εμπόρους όσο και τους ελεγκτικούς μηχανισμούς.
Χαρακτηριστικά κάναμε ειδικό ρεπορτάζ στο Paragogin.gr για το πρόβλημα της αδιάθετης πατάτας στην στην ‘Ανω Βροντού αλλά και το Νευροκόπι. Οι εμπορία σταματάει αφού
