Σε οριακό σημείο βρίσκεται η φετινή καλλιέργεια της βρώσιμης ελιάς Χαλκιδικής, με τους παραγωγούς να κάνουν λόγο για μια χρονιά που απειλεί να αφήσει χιλιάδες οικογένειες χωρίς εισόδημα. Οι τιμές που προσφέρονται για τη νέα σοδειά προκαλούν έντονη αγανάκτηση, καθώς όπως υποστηρίζουν δεν καλύπτουν ούτε το κόστος παραγωγής.
Σε επικοινωνία με τον Δημήτρη Παπαδάκη, πρόεδρο του Αγροτικού Συνεταιρισμού Νέων Σιλάτων Χαλκιδικής, ο ίδιος καταγγέλλει ότι οι μεγάλοι έμποροι λειτουργούν ως καρτέλ, ασκώντας ασφυκτική πίεση στους ελαιοπαραγωγούς και διαμορφώνοντας τιμές που οδηγούν την καλλιέργεια σε αδιέξοδο.
«Πέρυσι η ελιά πληρώθηκε περίπου 1,80 ευρώ το κιλό. Φέτος οι προσφορές φτάνουν μόλις το 1 ευρώ, με τη δικαιολογία ότι πέρυσι πληρώθηκε περισσότερο από όσο έπρεπε και τώρα πρέπει να… ισορροπήσει η αγορά», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Παπαδάκης. Όπως τονίζει, το 1 ευρώ αντιστοιχεί ουσιαστικά στο ίδιο το κόστος παραγωγής, αφήνοντας τον παραγωγό χωρίς κέρδος για έναν ολόκληρο χρόνο δουλειάς.
Πίσω από κάθε κιλό ελιάς κρύβονται μήνες μόχθου. Κλαδέματα, λιπάνσεις, ποτίσματα, φυτοπροστασία, συγκομιδή, εργατικά, καύσιμα και συνεχώς αυξανόμενα λειτουργικά έξοδα συνθέτουν μια καλλιέργεια που απαιτεί καθημερινή παρουσία στο χωράφι. Για τους παραγωγούς, η φετινή τιμή δεν αποτελεί απλώς μια κακή εμπορική χρονιά αλλά την αμφισβήτηση της ίδιας της βιωσιμότητας του επαγγέλματός τους.
Την κατάσταση δυσκολεύει ακόμη περισσότερο ο έντονος ανταγωνισμός μεταξύ των ίδιων των παραγωγών. Η ανάγκη πολλών να διαθέσουν άμεσα το προϊόν τους δημιουργεί ένα περιβάλλον πίεσης, στο οποίο σύμφωνα με τον πρόεδρο του συνεταιρισμού οι μεγάλοι αγοραστές αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη απέναντι στον πρωτογενή τομέα.
Η βρώσιμη ελιά Χαλκιδικής αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αγροτικά προϊόντα της χώρας και βασική πηγή εισοδήματος για εκατοντάδες οικογένειες της περιοχής. Οι παραγωγοί ζητούν μια αγορά με πραγματικό ανταγωνισμό και τιμές που να ανταμείβουν τον κόπο τους, προειδοποιώντας ότι αν συνεχιστεί η σημερινή εικόνα, πολλοί θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν την καλλιέργεια.