Για ακόμη μία χρονιά ακούμε την ίδια καραμέλα: «η τιμή θα ανοίξει όταν ξεκινήσει το μάζεμα». Μέχρι τότε, όμως, ο παραγωγός καλείται να πληρώνει τα πάντα και να περιμένει. Να περιμένει τον έμπορο, να περιμένει τον μεταποιητή, να περιμένει την αγορά, να περιμένει την κυβέρνηση. Και στο τέλος να διαπιστώνει ότι για όλους υπάρχει μια δικαιολογία εκτός από τον ίδιο.
Του Κωνσταντίνου Κατραντζή
Η Πανελλήνια Ένωση Μεταποιητών – Τυποποιητών – Εξαγωγέων Επιτραπέζιων Ελιών (ΠΕΜΕΤΕ), μετά τη Γενική της Συνέλευση, μιλά για αυξημένα κόστη ενέργειας, μεταφορών, υλικών συσκευασίας και εργασίας και ζητά από την Πολιτεία παρεμβάσεις για να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα του κλάδου.
Ας συμφωνήσουμε σε κάτι: ναι, το κόστος της μεταποίησης έχει αυξηθεί. Ναι, το κόστος των μεταφορών έχει αυξηθεί. Ναι, το ενεργειακό και μισθολογικό κόστος πιέζει τις επιχειρήσεις.
Αλλά υπάρχει ένα πολύ μεγάλο «αλλά». Ο παραγωγός δεν είναι αυτός που δημιούργησε κανένα από αυτά τα προβλήματα.
Και κυρίως, δεν μπορεί κάθε χρόνο να χρησιμοποιείται ο παραγωγός ως ο εύκολος κρίκος της αλυσίδας.
Τι λένε πραγματικά τα στοιχεία
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ που παρουσιάστηκαν στη Γενική Συνέλευση της ΠΕΜΕΤΕ, το πρώτο εξάμηνο του 2026 οι ελληνικές εξαγωγές επιτραπέζιας ελιάς μειώθηκαν κατά 0,99% σε αξία και 2,25% σε όγκο.
Την ίδια στιγμή, το 2025 καταγράφηκε ιστορικό ρεκόρ, με εξαγωγές 872 εκατ. ευρώ και 282.000 τόνους. Μάλιστα, σε ορίζοντα δεκαετίας η αξία των εξαγωγών έχει αυξηθεί κατά 115% και ο όγκος κατά 61%.
Άρα ας μην παρουσιάζεται η αγορά σαν να έχει καταρρεύσει.
Δεν έχει καταρρεύσει. Έχει υποχωρήσει ελαφρά μετά από ένα ιστορικό ρεκόρ.
Και αυτό είναι μια πολύ σημαντική διαφορά.
Η ίδια η ΠΕΜΕΤΕ αναφέρει ότι πάνω από το 90% της ελληνικής παραγωγής επιτραπέζιας ελιάς εξάγεται σε περισσότερες από 100 χώρες.
Αυτό σημαίνει ότι ο κλάδος έχει τεράστια εξαγωγική δύναμη.
Και όταν υπάρχει τέτοια εξαγωγική δύναμη, είναι απολύτως θεμιτό να ζητάμε να γνωρίζουμε πού ακριβώς δημιουργείται η πίεση και ποιος τελικά την πληρώνει.
Το κόστος της μεταποίησης δεν μπορεί να γίνεται μόνιμη δικαιολογία για την τιμή στον παραγωγό.
Η ΠΕΜΕΤΕ αναφέρει αυξήσεις στο κόστος μεταφορών, ενέργειας, συσκευασίας και εργασίας.
Ωραία! Τότε η διεκδίκηση πρέπει να είναι ξεκάθαρη:
Πιέστε την κυβέρνηση για φθηνότερο ρεύμα.
Πιέστε για χαμηλότερο κόστος μεταφορών.
Πιέστε για φθηνότερα καύσιμα.
Πιέστε για μείωση του μη μισθολογικού κόστους.
Πιέστε για χρηματοδοτικά εργαλεία και επενδύσεις.
Αλλά μην πιέζετε ταυτόχρονα τον άνθρωπο που παράγει την πρώτη ύλη να απορροφήσει όλο το κόστος.
Γιατί ο παραγωγός έχει και αυτός ρεύμα.
Έχει πετρέλαιο.
Έχει λιπάσματα.
Έχει φυτοφάρμακα.
Έχει εργατικά.
Έχει νερό και άρδευση.
Έχει μηχανήματα.
Έχει ανταλλακτικά.
Έχει φορολογία και ασφαλιστικές εισφορές.
Και πάνω απ’ όλα έχει το ρίσκο της παραγωγής.
Αν δεν βρέξει, αν έχει καύσωνα, αν πέσει χαλάζι, αν έρθει ασθένεια, αν χτυπήσει ο παγετός, αν καταστραφεί η παραγωγή, κανένας μεταποιητής δεν του καλύπτει τη ζημιά.
Και κάθε χρόνο ακούμε την ίδια ιστορία , ‘όπως: «Περιμένετε να ξεκινήσει η συγκομιδή», «Θα δούμε πώς θα πάει η αγορά» , «Υπάρχουν αποθέματα», «Υπάρχει ανταγωνισμός από την Αίγυπτο», «Η Ισπανία έχει παραγωγή» ,«Οι εξαγωγές πιέζονται».
Και ο παραγωγός περιμένει. Μόνο που ο παραγωγός δεν μπορεί να περιμένει επ’ αόριστον.
Γιατί όταν έρθει η ώρα της συγκομιδής, δεν μπορεί να βάλει την ελιά στο συρτάρι.
Πρέπει να μαζέψει. Πρέπει να πληρώσει εργάτες. Πρέπει να πληρώσει μηχανήματα. Πρέπει να πληρώσει μεταφορά.
Πρέπει να πληρώσει το ελαιοτριβείο ή τη μεταποίηση, ανάλογα με το προϊόν.
Και τελικά πρέπει να πουλήσει. Εκεί βρίσκεται η πραγματική ανισορροπία.
Ο ένας μπορεί να περιμένει. Ο άλλος δεν μπορεί.
Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο ερώτημα προς την ΠΕΜΕΤΕ
Αν πράγματι το πρόβλημα είναι το υψηλό κόστος λειτουργίας των μεταποιητικών και εξαγωγικών επιχειρήσεων, τότε γιατί η βασική πίεση πρέπει να μεταφέρεται στην τιμή της πρώτης ύλης;
Γιατί να μην είναι βασικό αίτημα της ΠΕΜΕΤΕ προς την κυβέρνηση η μείωση του κόστους λειτουργίας των επιχειρήσεων;
Η ίδια η ΠΕΜΕΤΕ ζητά ήδη μείωση του ενεργειακού και μη μισθολογικού κόστους, ταχύτερες επενδύσεις και εκσυγχρονισμό του πρωτογενούς τομέα.
Σε αυτά μαζί της.
Αλλά ο εκσυγχρονισμός του πρωτογενούς τομέα δεν μπορεί να σημαίνει «ρίξτε την τιμή της ελιάς».
Ούτε μπορεί ο παραγωγός να γίνει ο μόνιμος χρηματοδότης ολόκληρης της αλυσίδας.
Ο αγρότης λιγοστεύει και γερνάει
Και εδώ υπάρχει κάτι που πρέπει επιτέλους να ειπωθεί χωρίς περιστροφές.
Ο αγροτικός κόσμος έχει συρρικνωθεί δραματικά.
Οι παραγωγοί λιγοστεύουν.
Ο μέσος όρος ηλικίας ανεβαίνει.
Και αντί να δημιουργούνται συνθήκες για να μείνει ο παραγωγός στην καλλιέργεια, κάθε χρόνο του ζητάμε να αντέξει λίγο ακόμη.
Λίγο ακόμη με το κόστος.
Λίγο ακόμη με την αβεβαιότητα.
Λίγο ακόμη με τις χαμηλές τιμές.
Λίγο ακόμη περιμένοντας να «ανοίξει η αγορά».
Μόνο που κάποια στιγμή δεν θα υπάρχει παραγωγός για να περιμένει.